Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013

Ο Νίτσε, οι μικροαστοί και οι κανόνες της αγοράς(δηλαδή, σφάξε με αγά μου να αγιάσω).

Πούλα φύκια για μεταξωτές κορδέλες σε αυτούς που κορδίζουν.
Ο μεγαλύτερος ατομικιστής, βολονταριστής και τυχοδιόκτης στη σύγχρονη Γερμανική φιλοσοφία(της οποίας δεν υπήρξε ουδέποτε εκφραστής της και η οποία είναι σαφώς ανώτερη, ως νεότερη και πιο εξελιγμένη μορφή της αρχαίας Ελληνικής σε όλες τις σχολές και τις υποσχολές), δεν είναι τυχαίο ότι δεν διδάσκεται πουθενά και σοβαρά σε καμία σοβαρή σχολή φιλοσοφίας ανά την υφήλιο ακόμα και από τους οπαδούς του.
Μιλάμε για τον Φρειδερίκο Νίτσε (Friedrich Nietzsche) που γεννήθηκε το 1844 στο Ρένκεν κοντά στη Λειψία και πέθανε στη Βαϊμάρη το 1900, και παρότι ανήκει κάπου ανάμεσα στην σχολή του υποκειμενικού βολονταρισμού(βουλησιαρχίας) και στην σχολή του υποκειμενικού αμοραλισμού(αηθικισμού) ακόμα και εκεί υπάρχουν αντικειμενικά σπουδαιότεροι εκπρόσωποι με περισσότερο συγκροτημένη σκέψη όπως ο αναρχικός Μαξ Στίρνερ.
Απλά ο Νίτσε που δεν ήταν ένας φιλόσοφος, αλλά ένας στοχαστής
και αναλυτής που αποθέωσε τον αμοραλισμό και τις αντιφάσεις του μικροαστού που παρέμεινε μικροαστός και δεν έγινε αστός γιατί έγινε κάποιος άλλος στη θέση του, την περίοδο παρακμής του προμονοπωλιακού καπιταλισμού. 
Γιατί δεν ήταν φιλόσοφος αλλά στοχαστής, γιατί σε κανένα έργο του δεν υπήρχαν οι βασικές αρχές της φιλοσοφίας που είναι η οντολογία και η γνωσιολογία, και η μεθοδολογία για τα ρητορικά ερωτήματα που θέτει η συγκεκριμένη επιστήμη όπως είναι ο επαγωγικός λογισμός. Κήρυξε τον πόλεμο στην ηθική, την διαλεκτική και την αισθητική που είναι κλάδοι που ερευνά η φιλοσοφία και λόγω της λατρείας που του είχε μερίδα των μικροαστών χαρακτηρίζεται αδόκιμα ως φιλόσοφος.
Λατρεύτηκε από διαφόρους post modern διανοητές στον 19ο και στον 20ο αιώνα, από τον Καζαντζάκη(όχι σε και για όλα του τα έργα), “κατηγορήθηκε από την ορθόδοξη και τη ρωμαιοκαθολική εκκλησία”, μίλησε με μίσος για την “διαλεκτική” του Σωκράτη(που ήταν μαιευτική και όχι διαλεκτική, η διαλεκτική είναι επιστήμη και όχι λογοπαίγνια) στοχεύοντας στην πραγματική διαλεκτική γιατί δεν ήταν μεταφυσική και κυρίως γιατί αποτελούσε ανταγωνιστή και εμπόδιο στο target group που απευθύνονταν(αυτός ήθελε συνειδητά να το συσκοτίσει και να το έχει εφ όρου ζωής ως ακροατήριο) και αυτό το target group ήταν οι μικροαστοί. 
Θεωρούσε τη διαλεκτική(του Σωκράτη)ένα λεκτικό καταφύγιο (και πεδίο) αναχωρητισμού(δηλαδή την τέχνη της υπεκφυγής) στις ερωτήσεις που αυτός έβαζε(γιατί αυτές θα άρεσαν στους μικροαστούς), ζητώντας, ένα ναι η ένα όχι, καθαρές κουβέντες δηλαδή. Πως λέμε επιχείρηση "καθαρά χέρια", ήξερε πολύ καλά τι ήθελε ο μικροαστός και του τα παρείχε με το κιλό. Δεν είναι τυχαίο ότι επηρέασε σε ένα ορισμένο βαθμό τους θεωρητικούς τη "ρομαντικής Κοινωνιολογίας" και του Γ’ Ράιχ(τους Γιούντερ, Κρικ και Ρόζενμπεργκ δηλαδή) στο επίπεδο της επιδερμικής κριτικής στον καπιταλισμό και της αναγόρευσης της αριστοκρατίας σε θεότητα, η ακόμα καλύτερα το μάνα εξ ουρανού στους μικροαστούς(που έγιναν μικραστοί γιατί ποτέ δεν κατάλαβαν την επόμενη και περιοδική φάση της κερδοφορίας, δηλαδή δεν έκαναν φετίχ την καπιταλιστική παραγωγή, αλλά μόνο τον "θυσαυρισμό" την άχρηστη αποθήκευση πλούτου ως κατάλοιπο της φεουδαρχίας), για αυτούς τους λόγους ο πολύς κ. Νίτσε έγινε γνωστός στα πέρατα του κόσμου. Επηρέασε μόνο όσους δεν έγιναν Χαλίφης στη θέση του Χαλίφη, που ουδέποτε ενδιαφέρονταν για το Χαλιφάτο.
Γενικά ο υποκειμενικός ιδεαλισμός είναι ο ένας βραχίονας του ιδεαλισμού, ο άλλος είναι ό αντικειμενικός, με όσες υποσχολές έχει ο κάθε βραχίονας και αυτές είναι πάμπολλες και πολύ παραγωγικές ακόμα και σήμερα και αυτό είναι λογικό, καπιταλισμό έχουμε και αυτός πρέπει να δικαιώνεται πάντα και με κάθε τρόπο στην κοινωνική συνείδηση. Παρότι και τα δυο πόδια του είναι το όχημα του συστήματος για να χειραγωγήσει τις μάζες, είναι σεβαστοί και δύσκολοι αντίπαλοι.
Ο πολύς κ. Νίτσε(ο μεγαλύτερος "φιλόσοφος" της ιστορίας κατά τον ίδιο πάντα), ήταν πάντα ο αγαπημένος των ημιμαθών τους οποίους τους περνούσε ταυτόχρονα γενναίες δεκατέσσερις, παραμυθιάζοντας τους πότε με ύμνους στα “δαχτυλίδια του Νιμπελούγκεν”(ούτε στη φτέρνα δεν μπορούσε να συγκριθεί με τον Βάγκνερ), πότε στους υπεράνθρωπους, και πότε στο τι είπε ο κάθε Ζαρατούστρα(για να θυσιαζόμαστε καμιά δεκαετία χωρίς απολαύσεις μπας και έχουμε το δικαίωμα να μιλάμε, λες και ο αναχωρητισμός από αυτές μας δίνει το δικαίωμα στο λόγο).
Τάδε έφη Ζαρατούστρα.Δηλαδή "πάρτε τα βουνά",
η "διαβάστε με για να μην είστε μηδενικά"!

Φυσικά το ήταν ατομικιστής και μέγας τυχοδιώκτης δεν αναιρεί το πόσο ευφυής ήταν, γιατί εκτός και πάνω από όλα 'ότι ήταν ένας πολύ καλός έμπορας που ήξερε ότι απευθύνονταν στα κατώτερα ένστικτα εκείνων των (τότε διαμορφούμενων) μικροαστών που είχαν χάσει το τρένο στο να γίνουν δηλαδή αστοί, ήταν και ένας εξαίρετος στοχαστης αναλυτής. Ήξερε πως οι μικροαστοί που δεν έγιναν αστοί ήταν ημιμαθείς με κάτω του μετρίου επίπεδο κοινωνικής συνείδησης που πάντα ψάχνουν να κερδίσουν το λαχείο της κοινωνικής αναγνώρισης(με αριστοκρατικές τιμές, η βλακεία τους ήταν πάντα ανίκητη και περιόριζονταν σε αυτό που ήξεραν αποθεώνοντας το). Όσοι από αυτούς έγιναν αστοί δεν το είχαν ουδέποτε ανάγκη, γιατί δεν έβαζαν ποτέ το ζήτημα(ως νικητές, η συνεργάτες εκείνων των αστών που προέκυψαν από την αριστοκρατία που κατάλαβαν ότι η φεουδαρχία και η δουλεία δεν παρήγαγαν καμία κερδοφορία αλλά ένα άχρηστο πλουτισμό που στο τέλος μπούκωσε οξύνοντας τις ταξικές αντιθέσεις και γέννησε τους πολέμους των χωρικών στους Γερμανικούς λαούς και την ίδια την αστική Γαλλική επανάσταση, της απογοήτευσης προς την αστική κοινωνία και της ρομαντικής επιστροφής στην εποχή της δουλοπαροικίας, η ακόμα και στην «χρυσή εποχή» της δουλείας.
Δεν είναι τυχαίο ότι χαρακτηρίστηκε από το σύνολο της ακαδημαϊκής κοινότητας του κλάδου των κοινωνικών και φιλοσοφικών σπουδών(ακόμα και αυτών του υποκειμενικού ιδεαλισμού), ως ο φιλόσοφος που απευθύνεται με τη λογική της ανάγκης του μαστιγίου σε αυτούς που πιστεύουν, η που πιστεύουν ότι έχουν μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους, η αναζητούν κοινωνική αναγνώριση, που είναι κατά βάση νάρκισσοι και τρομαχτικά ηττοπαθείς για να μην πούμε πέρα για πέρα δειλοί….
Δεν ερμήνευε ότι ήθελε και ούτε όπως το ήθελε, ήξερε που πάει το πράγμα και δεν είναι τυχαίο ότι επηρέασε όσο κανένας άλλος τη «ρομαντική κοινωνιολογία» τον ουσιαστικό πρόγονο του ναζισμού και χειραγωγήθηκε όσο κανένας άλλος στην λογική της καταστολής της ιστορικής νομοτέλειας. Ως τυχοδιώκτης έβρισκε πεδίο και έπαιζε μπάλα με τα κοινωνικά στρώματα των μικροαστών(πόσο ανώριμοι μπορεί να είναι οι εν λόγω, όταν τους αποκαλεί στρογγυλά μηδενικά και υπανθρώπους και αυτοί να τον θαυμάζουν, αυτό φυσικά θέλει επιστημονική εξήγηση, σε επίπεδο προσέγγισης και σοβαρής μελέτης).
Δεν είναι τυχαίο, αλλά αδόκιμο ότι με βάση αυτή τη λογική ξεκίνησε την “επαναστατική” του ρητορεία και ο Μουσολίνι το 1922 και ο Χίτλερ (σε άλλο πολύ πιο εξελιγμένο επίπεδο) το 1928. Δεν είναι τυχαίο ότι και οι δυο γνώριζαν πως οι μικροαστοί είναι κεφάλια που κοστολογούνται και πάνε με το κεφάλι αξιοποιώντας τους στο έπακρο όταν το μεγάλο κεφάλαιο και τα μονοπώλια τους χρηματοδοτούσαν αμφότερους για να τους βάλλουν στις βρώμικες και αδιάφορες δουλειές στη μηχανή τους.
Δεν τον θεωρούμε φρενοβλαβή(όπως διάφοροι έμποροι ιδεών που απευθύνονται σε αφελείς) και ασχέτως με τις ψυχώσεις που αντικειμενικά είχε οδηγώντας τον στο θάνατο, αλλά ένα εξαιρετικό έμπορα, που γελοιοποιούσε τους αναγνώστες του, λέγοντας τους “ηλίθιους” και “ανίκανους” για εξουσία μιας και εξαγοράζονται και αυτοί και η χριστιανική ηθική τους που φυσικά δεν τους ήταν ανέκαθεν αρεστή μιας και την έβλεπαν και τη χρησιμοποιούσαν χρηστικά.
Έτσι κήρυξε τον υποκειμενικό αμοραλισμό στη βάση του υποκειμενικού βολονταρισμού και στην βάση της αναγκαιότητας των καιρών, όχι με βάση του τι ήθελε αυτός ως κεφάλαιο για τη φιλοσοφία.
Τα έργα του είναι έργα μιας άτυπης παραγγελίας από τους χαμένους από τον ανταγωνισμό μικροαστούς. 
Ο Νίτσε ήταν γέννημα θρέμμα της εποχής του και αντανάκλαση της πολυποίκιλης και βίαιης μορφής του ηττημένου μικροαστού από τον ανταγωνισμό του τότε προ-μονοπωλιακού καπιταλισμού, που ναι μεν μισούσε τον καπιταλισμό περισσότερο και από τους εργάτες, αλλά όχι γιατί ήθελε κάτι περισσότερο κοινωνικά δίκαιο, αλλά γιατί ήθελε να γίνει Χαλίφης στη θέση εκείνου του μικροαστού που στον ανταγωνισμό ο πρώην συναγωνιστής και μετέπειτα ανταγωνιστής τους, τον ξεπέρασε και έγινε αστός, αφήνοντας τον μικροαστό στη θέση του και πιο κάτω απ' αυτήν. Αυτό ήταν και το ζητούμενο του ως ηττημένος μικροαστός(η καταγραφή της προσωπικής αντανάκλασης), και δεν είναι τυχαίο πως αξιοποιήθηκε μελλοντικά από κάθε λογής φασιστοειδές, μέχρι και σοσιαλφασίστες.
Πόσο διαφέρει η λογική αυτή από την πάλαι ποτέ σαπουνόπερα του Φώσκολου τη «Λάμψη» που περνούσε το ίδιο μήνυμα με άλλο τρόπο(“μπορεί ο οικονομικός μεγιστάνας να είναι διεφθαρμένος αλλά άξιος γιατί εκεί που έφτασε με το σπαθί του, ξέρει να διαχειρίζεται την εξουσία, ενώ εσείς ποταποί μικροί δεν μπορείτε γιατί η ηθική σας είναι η εξαγορά σας”), άσχετα αν εξαγόραζε και ο μεγιστάνας.
Κι όμως αυτή η φασίζουσα λογική αυτή έδινε ρεκόρ τηλεθεάσεων όπου οι μικροαστοί και το λούμπεν προλεταριάτο παρακολουθούσαν τον εαυτό τους και σχολίαζαν την βλακεία ττους ως βλακεία άλλων(τι να πει κανείς για την tv της αλληνής).
Να ξεκαθαρίσουμε πως ο Νίτσε δεν είχε ουδέ μία σχέση με το φασισμό, γιατί πρώτον στην εποχή του δεν είχε γεννηθεί
ακόμα ο φασισμός (ως κίνημα), δεύτερον οι Πρώσοι και οι Προτεστάντες Γερμανοί  δεν ήταν ποτέ φασίστες μιας και είχαν σλαβική ρίζα(οι Καθολικοί της Βαυαρίας και της νδ Γερμανίας ήταν και παραμένουν τέτοιοι και δεν είναι τυχαίο ότι το σύνολο της Βιομηχανικής Γερμανίας εδρεύει εκεί χρηματοδοτόντας ακόμα και σήμερα τετοίου είδους φαινόμενα, μαζί με τους Γάλλους και Ιταλούς βιομήχανους), και τρίτον δεν έγραφε για να κηρύξει το οτιδήποτε(δεν τον ενδιέφερε αυτό), έγραφε για να ζήσει, άσχετα πως στο τέλος δεν άντεξε(εξάλλου είναι φυσιολογική μια τέτοια εξέλιξη όταν άγεσαι και φέρεσαι κατ’ αυτόν τον τρόπο), έτσι γίνεται πάντα με αυτούς που φτιάχνουν έργα κατά παραγγελία(ανεξάρτητα αν αυτή γίνεται). Ο Νίτσε ήταν από τους φιλοσόφους που δεν ήθελαν, ούτε μπορούσαν να αλλάξουν τον κόσμο, ήταν περισσότερο καλλιτέχνης παρά επιστήμονας και στη μορφή και στο περιεχόμενο των λόγων του. 
Για παράδειγμα διαβάστε το παρακάτω κείμενο του, που είναι ο μετουσιωμένος λόγος του Ζαρατούστρα στο πρόσωπο του, και στην ουσία τον οδηγεί σε μια τρομακτική αντίφαση, ενώ δείχνει απέχθεια προς το κοινό του, το θέλει όσο τίποτα άλλο:
"Αφού ο Ζαρατούστρα είχε πει αυτά τα λόγια, κοίταξε ξανά τον κόσμο, και σιώπησε". "Νάτοι στέκονται," είπε στην καρδιά του, "νάτοι γελάνε: δεν με καταλαβαίνουν, δεν είμαι το στόμα γι' αυτά τα αυτιά. Πρέπει πρώτα κάποιος να κοπανάει στ' αυτιά τους, ώστε να μάθουν να ακούνε με τα μάτια τους; Πρέπει κάποιος να κλαγγίζει όπως οι κατσαρόλες και οι δάσκαλοι των "μετανοείτε!"; Ή μόνο πιστεύουν τους τραυλούς; Έχουν κάτι για το οποίο είναι περήφανοι. Πώς το αποκαλούν, αυτό που τους κάνει περήφανους; Πολιτισμό, το αποκαλούν, τους ξεχωρίσει από τα γιδοκόπαδα. Δεν τους αρέσει, συνεπώς, ν' ακούνε για 'περιφρόνηση' των εαυτών τους. Άρα θα μιλήσω στην περηφάνεια τους. Θα τους μιλήσω για το πιο περιφρονητικό πράμα: αυτό, όμως, είναι ο τελευταίος άνθρωπος!"
Η πραγματική υπέρβαση είναι αυτή & όχι του Ζαρατούστρα.
Tο σύνολο των συγγραφικών του δυνατοτήτων και ταλέντων ακόμα και σήμερα είναι υπερτιμημένο και επικεντρωμένο στον απεχθή (κατ' αυτόν και ηττημένο από τον ανταγωνισμό) μικροαστό, που ήταν και κατά βάση ο αναγνώστης, μελετητής και οπαδός του. Αυτή η εμμονή του για τον μικροαστό του δημιούργησε έντονες συναισθηματικές μεταπτώσεις ιδιαίτερα εμφανείς πάνω στο ίδιο του το έργο με αποτέλεσμα αυτό σχεδόν ποτέ να μην είναι ολοκληρωμένο και πάντα επιδέχεται παράπλευρες επεμβάσεις, αναλύσεις και κριτικές άνευ ουσίας και χωρίς ποτέ αυτές να τελειώνουν αποθεώνοντας του και αποδοκιμάζοντας τον αδικαιολόγητα.
Την ίδια δουλειά δεν έκανε και ο λαοπρόβλητος ηγέτης Α. Παπανδρέου από το 1983 και μετά;
Ο ίδιος δεν ήταν που ενώ είχε προϋπογράψει την παραμονή των βάσεων το 1989 και τα έριξε στον Μητσοτάκη; Δεν ήταν ο ίδιος που ενώ είχε υπογράψει αυτός, έβγαλε τους δικούς μας τους ΠΑΣΟΚους στους δρόμους να καίνε την πόλη τον Ιούλη του 1990, λέγοντας στο περιβάλλον του πόσο εύκολα μπορεί να μετακυλήσει τις δικές του επιλογές ως επιλογές της λεγόμενης“δεξιάς”;